Όταν ανακοινώθηκε ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν θα καταπιανόταν με την «Οδύσσεια», οι αντιδράσεις ήταν αναμενόμενες. Άλλοι περίμεναν μια πιστή μεταφορά του ομηρικού έπους, άλλοι φοβήθηκαν ότι το Χόλιγουντ θα «καταστρέψει» ακόμη ένα αριστούργημα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι αρκετά διαφορετική.
Το πρώτο πράγμα που οφείλει να κάνει ο θεατής είναι να αφήσει στην άκρη τη σύγκριση με το πρωτότυπο έργο του Ομήρου. Η «Οδύσσεια» του Νόλαν δεν είναι ούτε φιλολογική αναπαράσταση ούτε σχολική διασκευή. Είναι μια κινηματογραφική ανάγνωση του έπους, προσαρμοσμένη στη γλώσσα του σύγχρονου κινηματογράφου και, κυρίως, στη σκηνοθετική προσωπικότητα του δημιουργού της.

Και ως κινηματογραφικό έργο, η ταινία λειτουργεί.
Ο Νόλαν παραμένει ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της γενιάς του. Μετά το «Inception», το «Interstellar», τη «Δουνκέρκη» και τον θριαμβευτικό «Οπενχάιμερ», επιστρέφει με το πιο φιλόδοξο ίσως εγχείρημα της καριέρας του: ένα επικό blockbuster που μετατρέπει την ομηρική αφήγηση σε μια υπαρξιακή περιπέτεια για τη μνήμη, τον πόλεμο, την ενοχή και την επιστροφή.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας είναι η αφήγησή της
Η σημαντικότερη επιλογή του Νόλαν δεν αφορά τις σκηνές δράσης ούτε τα ειδικά εφέ. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται την ιστορία.
Όπως και ο Όμηρος, δεν ξεκινά από την άλωση της Τροίας. Η ιστορία ανοίγει όταν ο Οδυσσέας βρίσκεται ήδη στο νησί της Καλυψώς, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε όσα συμβαίνουν στην Ιθάκη. Από εκεί και πέρα ο σκηνοθέτης σπάει τον χρόνο σε μικρά κομμάτια.
Αντί για τη μεγάλη αφήγηση του Οδυσσέα στους Φαίακες, που αποτελεί τον βασικό κορμό του έπους, επιλέγει δεκάδες μικρές αναδρομές διάσπαρτες σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική νολανική τεχνική, γνωστή ήδη από το «Memento» και τον «Οπενχάιμερ», όπου ο χρόνος δεν κυλά γραμμικά αλλά αποκαλύπτεται σταδιακά.
Παρά το γεγονός ότι αρκετοί θεατές ίσως θεωρήσουν αυτή την επιλογή υπερβολικά σύνθετη, προσωπικά πιστεύω ότι εξυπηρετεί το έργο. Δεν αποδομεί τον Όμηρο· αντίθετα, μεταφέρει την πρωτοτυπία της ομηρικής αφήγησης στη γλώσσα του κινηματογράφου. Άλλωστε και η ίδια η «Οδύσσεια» δεν είναι ένα γραμμικό αφήγημα. Ο Όμηρος είχε ήδη επινοήσει, με τον δικό του τρόπο, ένα από τα πρώτα μεγάλα «flashback» στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Ο Νόλαν απλώς συνεχίζει αυτή την ιδέα με σύγχρονα κινηματογραφικά μέσα. Οι μεγάλες αφαιρέσεις του σεναρίου
Φυσικά, μια ταινία δεν μπορεί να χωρέσει ολόκληρο το ομηρικό έπος. Ο Νόλαν προχωρά σε αρκετές αφαιρέσεις και συγχωνεύσεις επεισοδίων.
Οι Φαίακες και η Ναυσικά εξαφανίζονται εντελώς από την αφήγηση. Η χώρα των Λωτοφάγων ουσιαστικά συγχωνεύεται με το νησί της Καλυψώς, ενώ απουσιάζει και ο περίφημος ασκός του Αιόλου.
Εξίσου αισθητή είναι η απουσία της καθόδου στον Άδη και της συνάντησης με τον Αγαμέμνονα, ενός από τα πιο ουσιαστικά σημεία του έπους, αφού εκεί ο Όμηρος σχολιάζει έμμεσα την ίδια την ανθρώπινη μοίρα και το νόημα της επιστροφής.
Ακόμη μεγαλύτερη διαφοροποίηση συναντάμε στο τέλος. Στο ομηρικό ποίημα, μετά τη μνηστηροφονία, ο Οδυσσέας συναντά τον γέροντα πατέρα του, τον Λαέρτη, ενώ τελικά επέρχεται συμφιλίωση χάρη στην παρέμβαση της Αθηνάς.
Ο Νόλαν επιλέγει έναν διαφορετικό επίλογο. Ο Οδυσσέας εγκαταλείπει την Ιθάκη μαζί με την Πηνελόπη, αναζητώντας μια προσωπική κάθαρση και έναν τρόπο να τιμήσει τους νεκρούς συντρόφους του.
Πρόκειται για μια καθαρά κινηματογραφική επιλογή, η οποία μεταφέρει το βάρος από τη θεϊκή παρέμβαση στην ανθρώπινη συνείδηση.

Ένας ήρωας σημαδεμένος από τον πόλεμο
Η σημαντικότερη ίσως διαφορά της ταινίας δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στον χαρακτήρα του ίδιου του Οδυσσέα.
Ο πολυμήχανος βασιλιάς της Ιθάκης παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που κουβαλά τραύματα. Οι εφιάλτες, οι αναμνήσεις και οι τύψεις από την καταστροφή της Τροίας τον ακολουθούν σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης.
Ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται ως θρίαμβος. Παρουσιάζεται ως πληγή.
Ο Νόλαν δίνει στην ιστορία έντονο αντιπολεμικό χαρακτήρα, συνδέοντας έμμεσα την αρχαία εκστρατεία με τις σύγχρονες συγκρούσεις και τις επεκτατικές πολιτικές των μεγάλων δυνάμεων. Η κατάκτηση της Τροίας παρουσιάζεται περισσότερο ως οικονομική και γεωπολιτική επιχείρηση παρά ως ηρωικό κατόρθωμα.
Είναι μια σύγχρονη πολιτική ανάγνωση που ίσως ξενίσει ορισμένους θεατές, αλλά εντάσσεται απολύτως στη φιλοσοφία της ταινίας.
Η Ιθάκη ως αλληγορία Εκεί, όμως, που θεωρώ ότι η ταινία πετυχαίνει πραγματικά, είναι στο βαθύτερο νόημά της. Η «Οδύσσεια» του Νόλαν δεν μιλά μόνο για έναν βασιλιά που επιστρέφει στο σπίτι του. Μιλά για κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να επιστρέψει στον εαυτό του.

Η Ιθάκη μετατρέπεται σε σύμβολο της αυτογνωσίας.
Το ταξίδι αποκτά υπαρξιακή διάσταση. Οι Σειρήνες, ο Πολύφημος, η Καλυψώ και όλα τα εμπόδια δεν αποτελούν απλώς μυθολογικά επεισόδια αλλά σταθμούς μιας εσωτερικής διαδρομής.
Η επιστροφή στην πατρίδα γίνεται επιστροφή στην ανθρώπινη ταυτότητα. Γι’ αυτό και ο ήρωας δεν παλεύει μόνο με τέρατα και θεούς. Παλεύει κυρίως με τις ενοχές, τις απώλειες και τις αναμνήσεις του πολέμου.
Τα «woke» στοιχεία. Δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ και στις επιλογές διανομής.
Η παρουσία αρκετών μαύρων ηθοποιών σε ρόλους αρχαίων Ελλήνων εντάσσεται προφανώς στη λογική της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας και της συμπερίληψης. Προσωπικά δεν με σόκαρε, αλλά ούτε με έπεισε ιδιαίτερα.
Μου έδωσε την εντύπωση μιας επιλογής που εξυπηρετεί περισσότερο τις σύγχρονες πολιτισμικές ισορροπίες παρά τις ανάγκες της ίδιας της αφήγησης.
Από την άλλη πλευρά, δεν πιστεύω ότι τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να αλλοιώσουν την αξία του ίδιου του ομηρικού έργου. Άλλο η αρχαία ελληνική γραμματεία και άλλο μια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή.

Ένα τεχνικό επίτευγμα
Από τεχνικής πλευράς, η «Οδύσσεια» είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Η φωτογραφία, τα σκηνικά, το μοντάζ και οι κινήσεις της κάμερας συνθέτουν εικόνες μεγάλης δύναμης.
Η χρήση του IMAX 70mm προσφέρει ανάλυση και αίσθηση κλίμακας που δύσκολα συναντά κανείς σήμερα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο Νόλαν παραμένει πιστός στην αγάπη του για τα πρακτικά ειδικά εφέ. Αντί να βασιστεί αποκλειστικά στο CGI, χρησιμοποιεί χειροποίητες κατασκευές, μηχανικά μοντέλα και πραγματικά γυρίσματα στη θάλασσα, χαρίζοντας στην εικόνα μια αίσθηση φυσικότητας που λείπει από πολλές σύγχρονες υπερπαραγωγές.
Η μουσική του Λούντβιχ Γιόρανσον υπηρετεί εξαιρετικά την ατμόσφαιρα, αν και σε ορισμένα σημεία ο Νόλαν δείχνει για ακόμη μία φορά την τάση να υπερφορτώνει τις σκηνές με συνεχή μουσική υπόκρουση, όπως είχε κάνει και στον «Οπενχάιμερ».

Οι ερμηνείες
Ο Ματ Ντέιμον σηκώνει ολόκληρη την ταινία στους ώμους του. Παραδίδει έναν Οδυσσέα εσωτερικό, κουρασμένο, σοφό και βαθιά ανθρώπινο, ίσως την πιο ώριμη ερμηνεία της καριέρας του.
Η Αν Χάθαγουεϊ δίνει μια δυναμική Πηνελόπη, η Σαμάνθα Μόρτον ξεχωρίζει ως Κίρκη, ενώ ιδιαίτερα συγκινητικός είναι ο Τζον Λεγκουιζάμο στον ρόλο του πιστού Εύμαιου. Ο Ρόμπερτ Πάτινσον αποδίδει με επιτυχία την αλαζονεία και τη μοχθηρία του Αντίνοου, χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές.

Συμπέρασμα
Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν δεν είναι ο Όμηρος. Δεν προσπαθεί, άλλωστε, να γίνει. Είναι μια προσωπική κινηματογραφική ανάγνωση ενός από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Μπορεί να αφαιρεί επεισόδια, να αλλάζει πρόσωπα, να μετακινεί νοήματα και να προσαρμόζει το τέλος, όμως διατηρεί τον βασικό πυρήνα του έπους: τον άνθρωπο που, ύστερα από έναν καταστροφικό πόλεμο, αγωνίζεται να επιστρέψει στην πατρίδα, στην οικογένειά του και τελικά στον ίδιο του τον εαυτό.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο επίτευγμα του Νόλαν. Δεν επιχείρησε να αντιγράψει τον Όμηρο. Τον διάβασε ξανά μέσα από το βλέμμα του σύγχρονου κινηματογράφου και πρότεινε τη δική του «Οδύσσεια». Κάποιοι θα διαφωνήσουν με τις επιλογές του. Άλλοι θα τις θαυμάσουν.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ταινία ανοίγει ξανά τη συζήτηση γύρω από ένα έργο που, σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά τη δημιουργία του, εξακολουθεί να γεννά νέες αναγνώσεις και να συνομιλεί με κάθε εποχή.







