Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία καλλιτεχνική παρακαταθήκη αλλά και μια ζωή γεμάτη έντονες εμπειρίες, μεγάλους έρωτες και σημαντικές προσωπικές δοκιμασίες.
Με περισσότερες από επτά δεκαετίες παρουσίας στον χώρο της υποκριτικής, η αγαπημένη ηθοποιός ξεχώρισε όχι μόνο για το ταλέντο και την κομψότητά της, αλλά και για τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της. Η ίδια δεν δίσταζε να μιλά ανοιχτά για τις επιλογές και τα βιώματά της, τονίζοντας πως έζησε τη ζωή όπως ακριβώς επιθυμούσε.
Σε συνεντεύξεις της είχε εξομολογηθεί ότι γνώρισε τον έρωτα περισσότερες από μία φορές, παντρεύτηκε δύο φορές και δεν μετάνιωσε για καμία από τις επιλογές της. Όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, ένιωθε πως είχε ζήσει όλα όσα ονειρευόταν, γι’ αυτό και στα τελευταία χρόνια της ζωής της απολάμβανε τη μοναχικότητά της, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη για έναν νέο σύντροφο.
Ο πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής της ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, γνωστός ως «Ντίντης». Η σχέση τους εξελίχθηκε σε γάμο το 1960, έπειτα από πέντε χρόνια κοινής πορείας. Παρότι ο γάμος τους ολοκληρώθηκε έπειτα από επτά χρόνια, οι δυο τους διατήρησαν μια βαθιά ανθρώπινη σχέση, με τη Μάρω Κοντού να στέκεται δίπλα του μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η ίδια είχε αφηγηθεί με χιούμορ αλλά και ειλικρίνεια περιστατικά από τη σχέση τους, περιγράφοντας τις ζήλιες, τις εντάσεις αλλά και τις προσπάθειες επανασύνδεσης που σημάδεψαν τον δεσμό τους. Παράλληλα είχε ξεκαθαρίσει ότι ένας γάμος δεν διαλύεται εξαιτίας ενός τρίτου προσώπου, αλλά όταν η σχέση έχει ήδη φτάσει στο τέλος της.
Αργότερα παντρεύτηκε τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα, έναν άνθρωπο εκτός καλλιτεχνικού χώρου, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι δεν ακολουθούσε τα στερεότυπα της εποχής της.
Η παιδική της ηλικία, ωστόσο, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Έχασε τον πατέρα της σε πολύ μικρή ηλικία, ενώ λίγο αργότερα έχασε και τον δεύτερο σύζυγο της μητέρας της κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσαν οι γυναίκες της οικογένειάς της, γεγονός που, όπως είχε παραδεχθεί, διαμόρφωσε τον δυναμικό χαρακτήρα της.
Η καλλιτεχνική της πορεία ξεκίνησε από το Εθνικό Θέατρο, όπου συμμετείχε στον Χορό Αρχαίας Τραγωδίας, πριν περάσει στον κινηματογράφο και εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες πρωταγωνίστριες της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά. Η φυσική της γοητεία, η θεατρική της παιδεία και η άνεσή της μπροστά στον φακό την καθιέρωσαν ως μία από τις πιο αγαπητές παρουσίες της μεγάλης οθόνης.
Παρά την αναγνωρισιμότητα και την επιτυχία της, παρέμεινε δραστήρια μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Συνήθιζε να φροντίζει μόνη της το σπίτι της, να μαγειρεύει, να ασχολείται με τη διακόσμηση και να διατηρεί μια καθημερινότητα γεμάτη ενέργεια, πιστεύοντας ότι το μεγαλύτερο μυστικό της νεότητας είναι να μην εγκαταλείπει κανείς τη δράση.
Η Μάρω Κοντού άφησε το δικό της αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, όχι μόνο μέσα από τους αξέχαστους ρόλους της, αλλά και μέσα από τη στάση ζωής που υπηρέτησε μέχρι το τέλος: με αξιοπρέπεια, ειλικρίνεια και απόλυτη ελευθερία στις επιλογές της.








