To πολυαναμενόμενο trailer και η επίσημη αφίσα της ταινίας «Maria» με πρωταγωνίστρια την Αντζελίνα Τζολί δόθηκε στη δημοσιότητα από το Netflix.
Η γνωστή και αγαπημένη ηθοποιός υποδύεται την μεγαλύτερη ντίβα της όπερας, την Μαρία Κάλλας, σε έναν από τους πιο απαιτητικούς ρόλους της σπουδαίας καριέρας της.
Τα εναλλασσόμενα πλάνα στο τρέιλερ του «Maria» δείχνουν την εντυπωσιακή μεταμόρφωση της Αντζελίνα Τζολί σε Μαρία Κάλλας, σε μια ταινία που εστιάζει κυρίως στις τελευταίες ημέρες της Ελληνίδας υψίφωνου στο Παρίσι τη δεκαετία του ΄70.
Η Μαρία Σοφία ‘Αννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες όνομά της πέθανε σε ηλικία 53 ετών από ανακοπή καρδιάς, στη πόλη του φωτός, ωστόσο η κληρονομία που άφησε πίσω της είναι τεράστια.

Η σκηνοθεσία της ταινίας ανήκει στον βραβευμένο Χιλιανό σκηνοθέτη Πάμπλο Λαραΐν, ο οποίος φέρνει στη μεγάλη οθόνη μετά τις υποψήφιες Όσκαρ «Τζάκι» το 2016 με την Νάταλι Πόρτμαν και «Σπένσερ» το 2021 με την Κρίστεν Στιούαρτ, άλλη μια σπουδαία γυναίκα.
Το σενάριο υπογράφει ο Στίβεν Νάιτ, ενώ τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα, τη Βουδαπέστη, το Μιλάνο και φυσικά στο Παρίσι.
Στο πλευρό της Τζολί βρίσκονται οι Πιερφραντσέσκο Φαβίνο, Αλμπα Ρορβάχερ, Κόντι Σμιτ-ΜακΦί και Βαλέρια Γκολίνο.

Η ταινία θα ανοίξει το 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στις 31 Οκτωβρίου. Θα κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες στις 5 Δεκεμβρίου από τις Cinobo και Faliro House ενώ στις 11 του ίδιου μήνα θα είναι διαθέσιμη στο Netflix.
H Mαρία Κάλλας γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης από Έλληνες μετανάστες στην Αμερική. Έλαβε τη μουσική της εκπαίδευση στην Ελλάδα σε ηλικία δεκατριών ετών. Τα πρώτα πέντε έτη της επαγγελματικής της πορείας εκτυλίχθηκαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Κατοχής, ωστόσο η Κάλλας εδραιώθηκε στο διεθνές οπερατικό στερέωμα στην Ιταλία, όπου γνώρισε τον μέντορά της, μαέστρο Τούλιο Σεραφίν και τον πρώτο της σύζυγο, Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι.
Συνέδεσε το όνομά της με τις διασημότερες λυρικές σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής και πρωταγωνίστησε στην πρώτη παραγωγή όπερας στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου. Συνολικά ερμήνευσε 47 πλήρεις οπερατικούς ρόλους, πρωταγωνιστώντας σε αρκετές αναβιώσεις οπερατικών έργων και αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για αυτά, με αποτέλεσμα την πάγια ένταξή τους στο σύγχρονο ρεπερτόριο της όπερας.
Ερμήνευσε τον τελευταίο της πλήρη οπερατικό ρόλο επί σκηνής το 1965. Στο επακόλουθο οκταετές διάλειμμά της από το τραγούδι, ασχολήθηκε άπαξ με την οπερατική σκηνοθεσία, πρωταγωνίστησε ως Μήδεια στην ομώνυμη ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι και παρέδωσε ειδικά μαθήματα οπερατικής τέχνης στη Σχολή Τζούλιαρντ. Επανήλθε ως μονωδός το 1973, συμπρωταγωνιστώντας με τον επί σειρά ετών συνεργάτη της Τζουζέπε Ντι Στέφανο σε μια αμφιλεγόμενης επιτυχίας παγκόσμια περιοδεία που ολοκληρώθηκε στο Σαππόρο της Ιαπωνίας ένα έτος αργότερα.
Έκτοτε δεν τραγούδησε ξανά, συν τοις άλλοις εξαιτίας μιας σειράς προβλημάτων που αντιμετώπιζε η φωνή της, ενώ περιόρισε και τις κοσμικές εμφανίσεις της, ζώντας σε σχετική απομόνωση στο Παρίσι. Πέθανε εκεί στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, από έμφραγμα του μυοκαρδίου· αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της διασκορπίστηκαν στο Αιγαίο Πέλαγος.
Κατά τη διάρκεια της ζωής της, έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό κυρίως μέσα από τις αναφορές του τύπου στα αμφιλεγόμενα γεγονότα της επαγγελματικής της συμπεριφοράς και της προσωπικής της ζωής, όπως η σχέση της με τον Έλληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση.
Ωστόσο, η καλλιτεχνική της πορεία αποτελεί τη βασική υστεροφημία της· δεκάδες χρόνια μετά τον θάνατο της, παραμένει πρότυπο «απόλυτης πριμαντόνας» και συνιστά μία εκ των πλέον εμπορικώς επιτυχημένων καλλιτεχνών της όπερας. Ενέπνευσε πλήθος μεταγενέστερων μονωδών, αλλά και αρκετούς μη-οπερατικούς καλλιτέχνες, ενώ συνιστά τη θεματική βάση πλειάδας επιτυχημένων θεατρικών παραστάσεων, κινηματογραφικών ταινιών και συγγραφικών έργων.