Μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση καταγράφηκε στο Τενεσί, καθώς η Κρίστα Πάικ, η μοναδική γυναίκα που βρισκόταν στην πτέρυγα των θανατοποινιτών της πολιτείας, επέζησε από μια αποτυχημένη διαδικασία εκτέλεσης.
Η 50χρονη Πάικ επρόκειτο να γίνει η πρώτη γυναίκα που θα εκτελούνταν στο Τενεσί εδώ και περισσότερα από 200 χρόνια. Ωστόσο, η διαδικασία δεν εξελίχθηκε όπως είχε προγραμματιστεί. Σύμφωνα με αξιωματούχους των σωφρονιστικών υπηρεσιών, της χορηγήθηκε δύο φορές το θανατηφόρο φάρμακο, χωρίς όμως να επέλθει ο θάνατός της. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε ιατρική μονάδα και αργότερα σε νοσοκομείο. Οι δικηγόροι της ανέφεραν ότι δεν γνώριζαν αρχικά την ακριβή κατάσταση της υγείας της.

Η δολοφονία που συγκλόνισε το Τενεσί
Η υπόθεση της Κρίστα Πάικ ξεκινά το 1995 και αφορά τη δολοφονία της 19χρονης Κόλιν Σλέμερ. Η Πάικ, μαζί με δύο ακόμη νεαρούς, φέρεται να παρέσυρε τη Σλέμερ σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο κοντά στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί. Εκεί η 19χρονη δέχθηκε άγρια επίθεση και τελικά έχασε τη ζωή της.
Η υπόθεση είχε προκαλέσει τεράστια δημοσιότητα, μεταξύ άλλων λόγω των αναφορών για στοιχεία που συνδέονταν με τον αποκρυφισμό. Στο σώμα της Σλέμερ είχε χαραχθεί ένα πεντάγραμμο, ενώ σύμφωνα με τις αρχές η Πάικ είχε αναφέρει σε άλλον φοιτητή ότι είχε κρατήσει τμήμα του κρανίου του θύματος ως «αναμνηστικό». Η ίδια η Πάικ δεν αρνήθηκε ποτέ τον ρόλο της στη δολοφονία.

Η δύσκολη παιδική ηλικία
Χρόνια αργότερα, οι δικηγόροι της προσπάθησαν να αναδείξουν μια διαφορετική πλευρά της ζωής της, υποστηρίζοντας ότι η Πάικ είχε μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον ακραίας κακοποίησης και παραμέλησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στις μεταγενέστερες νομικές διαδικασίες, είχε υποστεί σεξουαλική και σωματική κακοποίηση από μικρή ηλικία. Σε ηλικία 11 ετών, μάλιστα, φέρεται να είχε πέσει θύμα βιασμού από έναν γείτονα.
Στα 17 της είχε επίσης καταγγείλει στις αρχές ότι ένας άνδρας την είχε βιάσει, χωρίς ωστόσο να υπάρξει σύλληψη. Μια ψυχολόγος που αξιολόγησε την Πάικ χρόνια αργότερα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε υποστεί βαθύ ψυχολογικό τραύμα. Οι δικηγόροι της υποστήριξαν ότι τα στοιχεία αυτά δεν είχαν παρουσιαστεί επαρκώς στους ενόρκους κατά την αρχική δίκη και ότι θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει την απόφαση για την επιβολή της θανατικής ποινής.

Γιατί η Πάικ καταδικάστηκε σε θάνατο
Η Πάικ καταδικάστηκε για φόνο πρώτου βαθμού και συνωμοσία για τη διάπραξη φόνου. Οι άλλοι δύο εμπλεκόμενοι στην υπόθεση δεν έλαβαν την ίδια ποινή. Ο Ταντάριλ Σιπ, σύντροφος της Πάικ, ήταν 17 ετών όταν έγινε το έγκλημα και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ενώ διατηρεί δικαίωμα να ζητήσει αναστολή υπό τους προβλεπόμενους όρους.
Η τρίτη συνεργός, η Σαντόλα Πέτερσον, ήταν 18 ετών και φέρεται να είχε ρόλο «τσιλιαδόρου». Καταδικάστηκε σε αναστολή ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία της με τις αρχές. Η διαφορετική μεταχείριση των τριών δραστών αποτέλεσε επίσης ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε η υπεράσπιση της Πάικ στις προσπάθειες αναστολής της εκτέλεσής της.
«Μου πήρε χρόνια να καταλάβω τι είχα κάνει» Η Πάικ, σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει η ίδια σε αίτησή της για χάρη, χρειάστηκε πολλά χρόνια για να αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα της πράξης της. Κατά τα χρόνια της φυλάκισής της αντιμετώπισε σημαντικές ψυχολογικές δυσκολίες. Είχε διαγνωστεί με ψυχική διαταραχή και είχε λάβει φαρμακευτική αγωγή.
Οι δικηγόροι της υποστήριξαν ότι η προσωπική της ιστορία, η ηλικία της όταν διέπραξε το έγκλημα και οι συνέπειες της κακοποίησης που είχε υποστεί θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη πριν από την εκτέλεσή της. Παράλληλα, η ίδια άρχισε τα τελευταία χρόνια να μιλά περισσότερο για τις πράξεις της και να εκφράζει μεταμέλεια.

Η μητέρα της Κόλιν Σλέμερ εξακολουθεί να ζητά δικαιοσύνη
Για τη μητέρα της 19χρονης, Μέι Μαρτίνεζ, η ιστορία έχει μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Η οικογένεια χρειάστηκε να αντιμετωπίσει όχι μόνο την απώλεια της Κόλιν, αλλά και τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες γύρω από την υπόθεση και τη δικαστική διαδικασία.
Η Μαρτίνεζ έχει δηλώσει ότι δεν πιστεύει πως η Πάικ μπορεί να αλλάξει όσα συνέβησαν στην κόρη της και έχει εκφράσει την επιθυμία να παραστεί στην εκτέλεσή της. Για την οικογένεια του θύματος, η υπόθεση παραμένει μια βαθιά τραυματική εμπειρία που ξεκίνησε πριν από περισσότερες από τρεις δεκαετίες.

Μια εκτέλεση που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ
Πριν από την προγραμματισμένη εκτέλεση, οι δικηγόροι της Πάικ είχαν ζητήσει να ανασταλεί η διαδικασία, επικαλούμενοι μεταξύ άλλων το σοβαρό ψυχολογικό τραύμα που, όπως υποστήριξαν, είχε υποστεί.
Το αίτημα δεν έγινε δεκτό και η εκτέλεση προχώρησε. Ωστόσο, μετά τη χορήγηση των θανατηφόρων φαρμάκων, η Πάικ δεν πέθανε. Το γεγονός δημιούργησε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη κατάσταση, καθώς η διαδικασία εκτέλεσης είχε ήδη ξεκινήσει αλλά δεν είχε οδηγήσει στον θάνατό της.
Η υπόθεση της Κρίστα Πάικ αποτελεί πλέον ένα από τα πιο ασυνήθιστα περιστατικά στην ιστορία της θανατικής ποινής στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ταυτόχρονα επαναφέρει στο προσκήνιο ερωτήματα σχετικά με την παιδική κακοποίηση, το ψυχολογικό τραύμα, την ευθύνη για σοβαρά εγκλήματα και τα όρια της θανατικής ποινής.







